Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2022

ΜΕΓΑΛΗ ΝΙΚΗ ΤΩΝ ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ ΣΤΟ ΣΤΕ


 

ΜΕΓΑΛΗ ΝΙΚΗ ΤΩΝ ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ ΣΤΟ ΣΤΕ

 

ΣτΕ Ολ 430/2022 -  Η ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣτΕ ακυρώνει υπουργική απόφαση αριθμ. ΥΠΕΝ/ΥΠΡΓ/892/152/8-1-2018 του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΦΕΚ Β 242 της 1-2-2018 ), με την οποία καταργήθηκαν οι προϊσχύουσες ρυθμίσεις για το ειδικό τιμολόγιο ηλεκτρικής ενέργειας οικιακής χρήσης των πολύτεκνων οικογενειών

 ΣτΕ Ολ 430/2022 - Το Δικαστήριο ακυρώνει υπουργική απόφαση, με την οποία καταργήθηκαν οι προϊσχύουσες ρυθμίσεις για το ειδικό τιμολόγιο ηλεκτρικής ενέργειας οικιακής χρήσης των πολύτεκνων οικογενειών και οι οικογένειες αυτές εντάχθηκαν σε ενιαία ρύθμιση εκπτώσεων στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος με τα «ευάλωτα νοικοκυριά».

 

________________________________________

 

ΣτΕ Ολ 430/2022

Πρόεδρος: Ε. Σαρπ

Εισηγητής: Χ. Σιταρά, Σύμβουλος

 Δικηγόρος της Αιτούσας  Ανωτάτης Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων Ελλάδος (Α.Σ.Π.Ε.): Αντώνης Π. Αργυρός  

Το Δικαστήριο ακυρώνει υπουργική απόφαση, με την οποία καταργήθηκαν οι προϊσχύουσες ρυθμίσεις για το ειδικό τιμολόγιο ηλεκτρικής ενέργειας οικιακής χρήσης των πολύτεκνων οικογενειών και οι οικογένειες αυτές εντάχθηκαν σε ενιαία ρύθμιση εκπτώσεων στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος με τα «ευάλωτα νοικοκυριά».

 

       Με την 430/2022 απόφαση της Ολομελείας το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της νομιμότητας της ΥΠΕΝ/ΥΠΡΓ/892/152/8.1.2018 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή (άρθρο 5 παρ. 2) καταργήθηκαν οι προϊσχύουσες ρυθμίσεις για το ειδικό τιμολόγιο ηλεκτρικής ενέργειας οικιακής χρήσης των πολύτεκνων οικογενειών και οι οικογένειες αυτές εντάχθηκαν  σε ενιαία ρύθμιση εκπτώσεων στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος με τα «ευάλωτα νοικοκυριά», στο πλαίσιο της εφαρμογής του "κοινωνικού οικιακού τιμολογίου" ηλεκτρικού ρεύματος ενώ, επίσης, καθορίστηκαν όρια τετραμηνιαίας κατανάλωσης μειωμένα σε σχέση με τα προηγουμένως ισχύοντα για τις πολύτεκνες οικογένειες.

       Καταρχάς, το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια νομολογία του, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις του άρθρου 21 (παρ. 1 και 2) του Συντάγματος έχουν κατευθυντήριο χαρακτήρα και αφήνουν στο νομοθέτη την ευχέρεια να προσδιορίσει κατά την εκτίμησή του το είδος και την έκταση της ειδικής φροντίδας για τους πολυτέκνους και τα μέλη των οικογενειών τους. Όμως, από τη συνταγματική αυτή διάταξη του άρθρου 21 απορρέει, ταυτόχρονα, κατά τα παγίως κριθέντα, στοιχειώδης απαγορευτικός κανόνας, δεσμευτικός για τον κοινό νομοθέτη, σύμφωνα με τον οποίο δεν είναι συνταγματικώς ανεκτός ο περιορισμός ή η υποβάθμιση της παρεχόμενης στους πολυτέκνους ειδικής φροντίδας χωρίς αποχρώντα λόγο. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι από την αδιάστικτη διατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του Συντάγματος και το σκοπό της, που είναι η συμβολή στην αντιμετώπιση του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος της Χώρας, συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης απέβλεψε στη δημογραφική ανάκαμψη της χώρας συνολικά, χωρίς να αποκλείεται καταρχήν από τη σχετική πρόνοια της πολιτείας καμία κοινωνική κατηγορία ή ομάδα. Για το λόγο αυτό, δεν είναι επιτρεπτό να ταυτίζεται η ειδική, κατά το Σύνταγμα, προστασία των πολύτεκνων οικογενειών με την πρόνοια της πολιτείας για τις οικονομικά ή κοινωνικά ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού. Η λήψη μέτρων για τη διασφάλιση συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίωσης των ευπαθών αυτών ομάδων αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, αυτοτελή και διακεκριμένο στόχο της κοινωνικής πολιτικής του Κράτους, ο οποίος δεν ενσωματώνει ούτε απορροφά τους ειδικότερους σκοπούς της προβλεπόμενης από το Σύνταγμα δημογραφικής πολιτικής της πολιτείας ούτε μπορεί να υποκαταστήσει την ειδική φροντίδα της για τους πολυτέκνους, στο πλαίσιο της δημογραφικής αυτής πολιτικής, με βάση την αντίληψη ότι πρόκειται για «αξιολογικά όμοιες» περιπτώσεις. Η αυτοτέλεια των πιο πάνω στόχων της κοινωνικής πολιτικής, όπως διαγράφεται από το άρθρο 21 του Συντάγματος, πρέπει να διαφυλάσσεται κατά τη λήψη των σχετικών μέτρων, λαμβάνοντας υπόψη ότι με την ειδική φροντίδα υπέρ των πολυτέκνων το Σύνταγμα δεν απέβλεψε στην προστασία τους ως προσώπων οικονομικώς αδυνάτων ή αναξιοπαθούντων, αλλά στη βελτίωση των δημογραφικών στοιχείων του πληθυσμού στο σύνολό του. Για το λόγο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι επιτρεπτό η λήψη των σχετικών μέτρων να εξαρτάται από κριτήρια οικονομικά ή περιουσιακά, τα οποία θεσπίζονται και εφαρμόζονται αδιακρίτως είτε πρόκειται για πολύτεκνες οικογένειες είτε για οικονομικά και κοινωνικά ευπαθείς ομάδες προσώπων, τα οποία μάλιστα ενδέχεται να μη συνδέονται μεταξύ τους με οποιονδήποτε οικογενειακό δεσμό.

       Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εξουσιοδοτικές διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 52 του ν. 4001/2011, κατά την οποία  τα «κριτήρια, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία ένταξης ενός πελάτη σε κατηγορία Ευάλωτων Πελατών καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής» και του άρθρου 53 του ως άνω νόμου, κατά την οποία με «αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ή κοινές αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και του Υπουργού Οικονομικών, καθώς και κάθε άλλου συναρμόδιου Υπουργού, ανάλογα με την περίπτωση, καθορίζονται τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής πενίας, όπως ιδίως...» δεν μπορούν να αποτελέσουν το έρεισμα της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης, κατά το μέρος με το οποίο αυτή καταργεί το ειδικό τιμολόγιο οικιακής χρήσης για τις πολύτεκνες οικογένειες.  Τούτο δε, διότι οι ανωτέρω εξουσιοδοτήσεις αναφέρονται ρητώς στην κατηγορία των ευάλωτων πελατών και στην αντιμετώπιση της ενεργειακής πενίας ενώ οι πολύτεκνοι αποτελούν, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, διαφορετική κατηγορία πολιτών, απολαμβάνουν, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 και 5 του Συντάγματος, ειδικής προστασίας και δεν επιτρέπεται να εξομοιωθούν με τις ευπαθείς ομάδες καταναλωτών. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ως άνω υπουργική απόφαση αντιβαίνει και ευθέως στις διατάξεις των παρ. 2 και 5 του άρθρου 21 του Συντάγματος, στο μέτρο που καταργεί το ισχύον κατά την έκδοσή της ειδικό τιμολόγιο οικιακής χρήσης για τις πολύτεκνες οικογένειες, εξομοιώνοντας την κατά τις εν λόγω διατάξεις του Συντάγματος ειδική προστασία των πολυτέκνων στο πλαίσιο της ασκούμενης δημογραφικής πολιτικής με τις λοιπές διακεκριμένες κατά το άρθρο αυτό του Συντάγματος περιπτώσεις άσκησης κοινωνικής πολιτικής χωρίς αποχρώντα λόγο.

25/2/2022

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΣ


ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΣ 
ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ

1.Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου, επικυρωθείσης με το Ν.Δ. 53/19/20-9-1974 (περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4 Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης Συμβάσεως δια την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών ως και του προσθέτου εις αυτήν πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952, «παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματος τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεων της ενοχής του». Η ως άνω σύμβαση κατ` άρθρο 28 πα. 3 του Συντάγματος υπερισχύει των ελληνικών νόμων προγενέστερων, συγχρόνων ή μεταγενεστέρων. Με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Συμβάσεως καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητος του κατηγορουμένου καθ` όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι της εκδόσεως καταδικαστικής αποφάσεως επί της ασκηθείσης διώξεως. Εξ` άλλου κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του κυρωθέντος πρωτοκόλλου υπ` αριθ. 7 της Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 22 Νοεμβρίου 1984, κάθε πρόσωπο που καταδικάστηκε για αξιόποινη πράξη από το δικαστήριο έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποίαν του επιβλήθηκε ποινή. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος και οι λόγοι για τους οποίους μπορεί αυτό να ασκηθεί διέπονται από το νόμο. Το ως άνω πρωτόκολλο κυρώθηκε με το νόμο 1705/1987. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται να ανατρέπεται το τεκμήριο αθωότητος, το οποίο είναι ενεργό, έως ότου η απόφαση καταστεί αμετάκλητη. (AΠ 1522/1998) 

2.-Το τεκμηρίου αθωότητας,αφορά στο δικαίωμα σεβασμού της τιμής και της αξιοπρέπειάς της και βρίσκει έρεισμα όχι μόνο στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ αλλά και στο δικαίωμα (σεβασμού του ιδιωτικού βίου της) που προστατεύει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 12.7.2013, Allen, op.cit., σκέψη 94 και ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι, op.cit., σκέψη 83). 

3.-Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει την αρχή του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορούμενου, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών, ως «τελική» δε απόφαση, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης νομολογίας, νοείται η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 167-169/2017 επταμ. κ.ά.). Προκειμένου να ενεργοποιηθεί το τεκμήριο αθωότητας από την ανωτέρω άποψη, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δείξει ότι η ποινική διαδικασία συνδέεται κατ’ ουσίαν προς την διοικητική διαδικασία και την αντίστοιχη διοικητική δίκη (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 175/2018 - πρβλ. ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 12.7.2013, 25424/09, Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψεις 94, 103 και 104, ΕΔΔΑ 18.10.2016, 21107/07, Alkaşi κατά Τουρκίας, σκέψεις 25-28). Από το 1995, στην υπόθεση Allenet de Ribemont κατά Γαλλίας, η Επιτροπή της ΕΣΔΑ νομολόγησε για τη δέσμευση αναφορικά με το τεκμήριο αθωότητας, τόσον των Δικαστών και όλων γενικά των Δημοσίων λειτουργών που παίρνουν μέρος σε μία ποινική δίκη (π.χ. Αστυνομικοί, Γραμματείς) αλλά και των Κυβερνητικών αξιωματούχων.

 4.- Το δικαίωμα μπορεί να αποτελέσει τη βάση για αξίωση και αγωγή αποζημίωσης έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω ηθικής βλάβης απορρέουσας από τη διατύπωση της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου (πρβλ. ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι, op.cit., σκέψη 113 και ΕΔΔΑ 9.6.2016, 66602/09, 71879/12, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας, σκέψη 72, σε συνδυασμό με ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.). 

5. Η διάδοση ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών μέσω ΜΜΕ:
Ο “Κώδικας Δεοντολογίας Ειδησεογραφικών και άλλων Δημοσιογραφικών και Πολιτικών Εκπομπών”, κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του π. δ/τος 77/2003 (Α΄ 75), ορίζει τα εξής στις παραγράφους 1, 2 του άρθρου 5 αυτού: «1. Η μετάδοση των γεγονότων πρέπει να είναι αληθής, ακριβής και όσο είναι δυνατόν πλήρης. Τα γεγονότα πρέπει να παρουσιάζονται με προσοχή και αίσθημα ευθύνης, ώστε να μη δημιουργούν ... σύγχυση ... στο κοινό. 2. Ανακρίβειες ... διορθώνονται αμέσως στο πλαίσιο της ίδιας ή παρόμοιας εκπομπής». Συναφώς το άρ. 8 παρ. 1 του Κώδικα ορίζει: «Δεν πρέπει να μεταδίδονται πληροφορίες χωρίς να έχουν ελεγχθεί» (εδάφιο α΄) Σύμφωνα με το άρ. 11 παρ. 1 του Κώδικα «1. Η αρχή ότι ο κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη του γίνεται σεβαστή και συνεπώς δεν προεξοφλείται το αποτέλεσμα της δίκης ούτε οι κατηγορούμενοι αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα, ως ένοχοι» Στο άρ. 11 παρ. 6 του αυτού Κώδικα Δεοντολογίας ορίζει ότι: «6. Δεν δημοσιοποιούνται έγγραφα ή άλλα στοιχεία που γίνονται γνωστά στις αρμόδιες αρχές κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, της έκτακτης προανάκρισης και γενικότερα της ποινικής προδικασίας».(βλ ΣτΕ 2765/2020,1635/2019) 5.Σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν 4596/2019: Πρωτόκολλο Σύμβασης Προάσπισης των Δικαιωμάτων/ Οδηγ. 2016/343:Τεκμήριο αθωότητας κλπ « Δημόσιες αναφορές στην ενοχή προσώπου (άρθρα 4 και 10 παρ. 1 της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ)Ο ύποπτος ή κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού νόμου του Αστικού Κώδικα, προς αποκατάσταση της βλάβης, την οποία υπέστη εξαιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητάς του από δηλώσεις δημόσιων αρχών που έλαβαν χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας πριν την έκδοση της απόφασης σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, οι οποίες αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο στην εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του είτε προβαίνουν σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση της υπόθεσης.» 
Κατ’ αρχήν η προστασία του τεκμηρίου αθωότητάς ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί πλέον κανόνα δικαίου της Ενώσεως ο οποίο αποτελεί, κατ` αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

6. Το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί οχι  μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αρχές και εγγυήσεις.
 Πρέπει να επισημάνουμε ότι σε περίπτωση αθώωσης το τεκμήριο αθωότητος είναι αμάχητο

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2021

ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΒΙΒΛΙΟ "Η αστική ευθύνη του Δημοσίου"

Ενίσχυση του κράτους δικαίου To βιβλίο αυτό έχει μοναδικό σκοπό να αποτελέσει σύντομο βοήθημα στον Έλληνα πολίτη, αλλά και στον εφαρμοστή του δικαίου, προκειμένου να αναδειχθεί πλήρως η δυνατότητα αποζημίωσης από το Δημόσιο όχι μόνον από παράνομες πράξεις των οργάνων του, αλλά κυρίως από νόμιμες πράξεις που προκύπτουν: 1. από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, 2. από μη νόμιμες πράξεις των οργάνων της δικαστικής εξουσίας, 3. από καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης, 4. από την ανάκληση ευμενών πράξεων, 5. από υπαίτια πράξη διkαστικού λειτουργού. Θα ήθελα να επισημάνω ότι για την άσκηση των δικαιωμάτων των Ελλήνων πολίτων, η τελική δικαστική κρίση πολλές φορές υπερβαίνει τη νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων. Υπάρχουν δύο διεθνή δικαστήρια, το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), τα οποία ήδη η ελληνική νομολογία ακολουθεί. Η νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) έχει πλέον θεμελιώσει την εξωσυμβατική ευθύνη των κρατών μελών προς αποζημίωση όταν τα εθνικά όργανα προκαλούν ζημιά στους ιδιώτες από τη μη εφαρμογή ευρωπαϊκού δικαίου (βλ. Υποθέσεις Francovich and Bonifaci (C-6,9/90), Απόφαση Brasserie du Pêcheur (C-46/93)). Είναι γεγονός ότι μετά τη νομολογία Köbler και Traghetti το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την ιστορική απόφασή του 1501/2014, αναγνώρισε την αρχή της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες αποφάσεις των οργάνων του και των δικαστικών οργάνων και έθεσε τις προϋποθέσεις θεμελίωσής της. Η νομολογία αυτή μετεβλήθη με τις Αποφάσεις ΣτΕ Ολ. 801-803/2021, για τις οποίες υπάρχει εκτενής ανάλυση στο βιβλίο. Πιστεύω ακράδαντα και αυτό φιλοδοξεί να αναδείξει η μελέτη αητή, ότι «Το Σύνταγμα δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου» (ΣτΕ 2527/2019). Αληθινά πιστεύω ότι δεν είναι ανεκτό σ’ένα κράτος δικαίου να παραμείνουν χωρίς αποζημιώση οποισδήποτε ζημίες, που εχουν προκληθεί από τα οργανα του Κράτους .